δολομίτης

I
Ορυκτό, διπλό ανθρακικό άλας του ασβεστίου και του μαγνησίου (CaCO3 MgCO3), με αναλογία 54,35% ανθρακικού ασβεστίου (CaCO3) και 45,65% ανθρακικού μαγνησίου (MgCO3). Όταν ένα μέρος του μαγνησίου υποκατασταθεί από σίδηρο (Fe), προκύπτει μια ποικιλία που ονομάζεται ανκεσίτης, ενώ όταν το μαγνήσιο υποκατασταθεί από μαγγάνιο (Μn), προκύπτει η ποικιλία κουτναχορίτης. Ο δ. κρυσταλλώνεται στην παρημιεδρία του τριγωνικού συστήματος, με ρομβοεδρική ή φακοειδή μορφή. Συχνά οι έδρες του ρομβόεδρου είναι σαγματοειδείς (σαν σέλα αλόγου). Παρουσιάζει επίσης το φαινόμενο της διδυμίας. Ο δ. μπορεί να είναι άχρωμος, γκριζόλευκος, υποκίτρινος ή και καστανόμαυρος, όταν περιέχει σίδηρο και μαγγάνιο. Έχει σκληρότητα 3,5-4 στη σκληρομετρική κλίμακα των ορυκτών και πυκνότητα 2,5 gr/cm3.
Είναι πολύ διαδεδομένος στη φύση, ειδικότερα ως κύριο συστατικό των αυτοτελών δολομιτικών πετρωμάτων, μέσα στα οποία εμφανίζεται σε συμπαγείς μικροκρυσταλλικές μάζες. Βρίσκεται επίσης και σε χλωριτικούς και ταλκικούς σχιστόλιθους και μέσα σε μεταλλοφόρες φλέβες, μαζί με γαληνίτη, σφαλερίτη, σιδηροπυρίτη, ασβεστίτη κλπ. Ωραία σχηματισμένοι κρύσταλλοι δ. υπάρχουν στο Βίνενταλ της Ελβετίας και στα ορυχεία του Μπρόσο στο Πιεμόντε της βόρειας Ιταλίας.
Κρύσταλλοι δολομίτη, ενός ορυκτού εξαιρετικά διαδεδομένου στη φύση.
II
Ιζηματογενές πέτρωμα, με κύριο συστατικό το ορυκτό δ. (βλ. λ.) και σε μικρότερη ποσότητα τον ασβεστίτη. Οι αναλογίες με τις οποίες τα δύο αυτά ορυκτά συμμετέχουν στον σχηματισμό του πετρώματος ποικίλλουν τόσο, ώστε είναι δυνατά όλα τα μεταβατικά στάδια μεταξύ του πετρώματος δ. –που αποτελείται από σχεδόν καθαρό ορυκτό δ. (σε ποσοστό μεγαλύτερο από 90%) και από λίγο ασβεστίτη (σε ποσοστό μικρότερο από 10%)– έως τον δολομιτικό ασβεστόλιθο, που αποτελείται κατά 50-90% από ασβεστίτη και κατά 10-50% από δ. Ωστόσο, και o καθαρός ασβεστόλιθος μπορεί να περιέχει λίγο δ., σε αναλογία μικρότερη από 5%. Οι δολομιτικοί ασβεστόλιθοι είναι τα πιο συνηθισμένα δολομιτικά πετρώματα.
Το χρώμα των δ. είναι λευκό έως γκρίζο και ορισμένες φορές ερυθρωπό· η στρώση του είναι σχεδόν πάντα δυσδιάκριτη. Ο ιστός του πετρώματος είναι συνήθως κρυσταλλικός, οι διάφορες όμως συνθήκες ιστού προσδίδουν στο πέτρωμα διαφορετικό βαθμό συνοχής: οι τύποι με πιο κρυσταλλικό ιστό έχουν μεγαλύτερη αντοχή στη συμπίεση αλλά παρουσιάζουν θραυσμό, ενώ, αντίθετα, οι σακχαροειδείς δ. είναι εύθρυπτοι και σε αρκετές περιπτώσεις έχουν τη μορφή πούδρας.
H μεγαλύτερη ανθεκτικότητα των δ. (σε σύγκριση με τους ασβεστόλιθους) στη διαβρωτική ενέργεια των ατμοσφαιρικών παραγόντων, σε συνδυασμό με τον μεγαλύτερο βαθμό σκληρότητας, ευνοεί τον σχηματισμό ενός πολυσύνθετου συνόλου από ρωγμές μέσα στις δολομιτικές μάζες, που δίνει συχνά μία τραχιά και ανώμαλη επιφάνεια, πλούσια σε πύργους, πρόπυργους, πυραμίδες ή κατακόρυφους τοίχους, στη βάση των οποίων συγκεντρώνονται μεγάλες μάζες από γωνιώδες υλικό (χαρακτηριστικό δολομιτικό τοπίο).
Οι δ. μπορεί να έχουν διαφορετική προέλευση: πρωτογενείς ονομάζονται οι δ. που σχηματίζονται με απευθείας χημική καθίζηση του ορυκτού δ. μέσα στο νερό, όπου υπάρχει μαγνήσιο σε τριπλάσια αναλογία από ασβέστιο (το οποίο δεσμεύουν οι οργανισμοί για την κατασκευή των κελυφών τους). Ο δ. που προκύπτει είναι αζωικός, με μορφή πολύ λεπτών κόκκων.
H καθίζηση του δ. μπορεί να οφείλεται στη φωτοσύνθεση των φυκών, τα οποία απελευθερώνουν διοξείδιο του άνθρακα που ενώνεται με το υδροξείδιο του μαγνησίου [Mg (ΟΗ)2] και δίνει, μαζί με το ανθρακικό ασβέστιο (CaCO3), τον δ.
Η καθίζηση του μαγνησίου μπορεί να οφείλεται στη βακτηριακή δράση, στη διάσπαση δηλαδή των οργανικών ουσιών, και είναι ανάλογη με αυτήν του ανθρακικού ασβεστίου. Μια σειρά χημικών αντιδράσεων δίνει τελικά τον δ.
Πρωτογενείς θεωρούνται και οι κλαστικοί δ. και δολομιτικοί ασβεστόλιθοι που σχηματίζονται από τη συνάθροιση κλαστικών κόκκων δ. που προέρχονται από την αποσάθρωση δολομιτικών πετρωμάτων.
Δευτερογενείς θεωρούνται οι δ. που προκύπτουν από τη δολομιτίωση των ασβεστόλιθων. Ανάλογα με τον ιστό τους, οι δ. διακρίνονται σε στιφρούς ή κυψελώδεις δ. και σε δολομιτική σποδό. Οι δ. δεν αναβράζουν ή αναβράζουν ελάχιστα, όταν πέσει επάνω τους υδροχλωρικό οξύ, σε αντίθεση με τους ασβεστόλιθους που αναβράζουν έντονα. Οι δ. είναι πετρώματα πολύ διαδεδομένα σε όλο τον κόσμο. Πιο γνωστοί είναι, όμως, αυτοί των ανατολικών Άλπεων (Δολομιτικών Άλπεων), οι οποίοι έχουν πάρει διάφορα σχήματα λόγω της διάβρωσης (δολομιτικό τοπίο). Στις Δολομιτικές Άλπεις οι δ. είναι σαθροί και κυψελώδεις. Συναντώνται επίσης στα Απένινα, στη Λομβαρδία κλπ. Στην Ελλάδα οι δ. είναι κυρίως τριαδικής ηλικίας και εμφανίζονται στην Ιεράπετρα, στον Παρνασσό, στην Κάζα, στη Σέριφο κ.α. Οι δ. εξορύσσονται σε λατομεία επιφανειακής εκμετάλλευσης. Χρησιμοποιούνται ως δομικό υλικό, καλύτερης ποιότητας από τον ασβεστόλιθο, γιατί παρουσιάζουν μεγαλύτερη αντίσταση στην αποσάθρωση, ή ως υλικό υποδομής οδοστρωμάτων, στην κατασκευή πετροκονιάματος και μπετόν αρμέ, εξαιτίας της συνδετικής τους ικανότητας. Χρησιμοποιούνται επίσης στη βιομηχανία του σιδήρου, για επένδυση φούρνων. Ως πρώτη ύλη για την παρασκευή μαγνησίου ο δ. θεωρείται μάλλον αντιοικονομικός, ενώ η παρασκευή λευκής μαγνησίας (βιομηχανικό ανθρακικό μαγνήσιο που χρησιμοποιείται ως μονωτικό της θερμότητας) γίνεται με το ψήσιμο μείγματος δ. και κοκ. Οι δ. περιέχουν συχνά βιτουμενούχες ουσίες και παρουσιάζουν μεταλλοφορία (πυρίτη, κεροστίλβη, γαληνίτη κλπ.).
Η μορφή που παίρνουν τα δολομιτικά πετρώματα με την επίδραση των παραγόντων της διάβρωσης οφείλεται κυρίως στη φύση των δολομιτών (δολομιτικό τοπίο).
* * *
ο
ορυκτό, διπλό ανθρακικό άλας ασβεστίου και μαγνησίου.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στα Ελληνικά ξεν. όρου (πρβλ. γαλλ. dolomite από το όνομα τού Γάλλου Dolomieu). Η λ. μαρτυρείται από το 1876 στον Κ. Μ. Μητσόπουλο].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • δολομίτης — ο πέτρωμα ανθρακικού ασβεστίου που μοιάζει με το μάρμαρο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δολομιτικός — ή, ό [δολομίτης] 1. αυτός που αναφέρεται στους δολομίτες ή αποτελείται από δολομίτη 2. ο ανακατωμένος με δολομίτη …   Dictionary of Greek

  • μαγνήσιο — Δισθενές χημικό στοιχείο με σύμβολο Mg· ανήκει στη δεύτερη ομάδα του περιοδικού συστήματος των στοιχείων, στην υποομάδα των αλκαλικών γαιών, έχει ατομικό αριθμό 12, ατομική μάζα 24,312, τρία σταθερά ισότοπα με μαζικό αριθμό 24, 25, 26 και δύο… …   Dictionary of Greek

  • ορυκτολογία — Επιστήμη που ασχολείται με τη μελέτη των ορυκτών: εξετάζει όλες τις ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά τους, από την εξωτερική μορφολογική δομή τους έως τη θέση των ατόμων που τα αποτελούν και τις μεταξύ τους σχέσεις, από τις φυσικές ιδιότητες έως… …   Dictionary of Greek

  • ανθρακικά — Άλατα του ανθρακικού οξέος, στα οποία και τα δύο άτομα του υδρογόνου έχουν αντικατασταθεί από μέταλλο. Στη φύση βρίσκονται ως ορυκτά και αποτελούν κάποτε σημαντικά στρώματα. Μπορούν να παρασκευαστούν με διάφορους τρόπους· ένας τρόπος παρασκευής… …   Dictionary of Greek

  • διαγένεση — Όρος της γεωλογίας ο οποίος περιλαμβάνει το σύνολο των φυσικοχημικών και μηχανικών φαινομένων που μετατρέπουν τα ασύνδετα ιζήματα σε πραγματικά πετρώματα, τροποποιώντας τη δομή, τον ιστό ή ακόμα τη χημική τους σύσταση. Μετά τη διάβρωση πετρωμάτων …   Dictionary of Greek

  • πετρώματα — Στον όρο αυτό περιλαμβάνονται όλες οι ορυκτολογικές συγκεντρώσεις, που αποτελούν βασικά τμήματα της λιθόσφαιρας (γήινος φλοιός)· τα π. έχουν σχηματιστεί γενικά από τη συνένωση δύο ή περισσότερων διαφορετικών ορυκτών· υπάρχουν βέβαια και… …   Dictionary of Greek

  • τριγωνικό σύστημα — Μία από τις 7 υποδιαιρέσεις της κρυσταλλογραφικής κατάταξης. Οι κρυσταλλογραφικοί άξονες είναι 4: τρεις οριζόντιοι που σχηματίζουν μεταξύ τους ίσες γωνίες 60° και ένας κάθετος προς τους τρεις άλλους. Η μέγιστη συμμετρία παρουσιάζει έναν τρίτης… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.